Musicologist and artist, focusing in the combination of the Arts -music, poetry, and visual art- through the use of new technological media.

I was born in Athens in 1979. I studied music in the Hellenic Conservatory, Musicology in the Kapodistrian University of Athens, and Music Culture and Communication in the departments of Media and Music Studies, leading to my dissertation which looks into the relation of music and painting within Modernism throughout the correspondence of Schoenberg and Kandinsky. At the moment I am working on my doctoral thesis in the discipline of Philosophy of Music in regards with Deleuze and Guattari, the Aesthetics of New Media Art in their works Anti-Oedipus and Mille Plateaux in Paris 8 – Vincennes and the Ionian University. In addition, I am a senior student in composition in the class of Anastassis Philippakopoulos, and a piano studies graduate (student of Vicky Chistophilou).


In the recent years I have participated in some interdisciplinary research projects about contemporary music and its relationship with other forms of art. Finally, I have participated in several music projects, and I have worked as a musician in education.

Πέμπτη, 19 Φεβρουαρίου 2015

Flow

dana - flow
2014, 9' 22''









A soundscape of flows randomly captured in Athens. It is consisted of silence without representing it. It includes water, steps, music, electricity, traffic, air through lips and air through vocal chords. Non field-recorded sounds are produced with Minimoog.


Ένα ηχοτοπίο ροών που ηχογραφήθηκαν τυχαία στην Αθήνα. Συμπεριλαμβάνει τη σιωπή χωρίς να την αναπαριστά. Περιέχει νερό, βήματα, μουσική, ηλεκτρισμό, οχήματα, αέρα μέσα από χείλια και αέρα μέσα από φωνητικές χορδές. Οι ήχοι που δεν ηχογραφήθηκαν στο πεδίο παράχθηκαν με Minimoog.




Δευτέρα, 20 Οκτωβρίου 2014

Επιλογές δίσκων 2013

(δημοσιεύτηκε στο elculture.gr στις 24.12.2013)



Το 2013 ήταν, σίγουρα, η χρονιά των επιλογών. Μία έντονη χρονιά, πολιτικά και κοινωνικά, της οποίας η ουσία δε θα μπορούσε να μην αντανακλάται στην τέχνη και κυρίως στη μουσική. Στο ίδιο πλαίσιο, οι μουσικοί που κυκλοφόρησαν τη νέα τους δουλειά μέσα στη χρονιά που πέρασε έκαναν τις δικές τους επιλογές. Μερικές μας ενθουσίασαν, μερικές μας ξάφνιασαν, κάποιες μας απογοήτευσαν, από τη δική μας σκοπιά, του ακροατή. Έτσι κι εμείς καλούμαστε να κάνουμε τις επιλογές των επιλογών τους, εν είδει τοπ τεν. Βέβαια  οι επιλογές για τα καλύτερα του 2013 είναι μια δύσκολη δουλειά. Πώς να επιλέξεις τα καλύτερα από τόσες ενδιαφέρουσες νέες κυκλοφορίες και, τελικά, τί σημαίνει καλύτερο ή χειρότερο στη μουσική; Για να είμαστε, λοιπόν, συνεπείς στα ερωτήματα αυτά θα αρκεστούμε στο υποκειμένικό κριτήριο και θα επιλέξουμε εκείνα που μας κίνησαν την περιέργεια. Γιατί ποιά άλλη μπορεί να είναι η λειτουργία μιας νέας κυκλοφορίας αν όχι να προσθέσει κάτι νέο και φρέσκο στην ιστορία της μουσικής; Κρατήσαμε, βέβαια, μία κενή θέση, σαν ένα λεπτό σιγής, για όλους τους καλλιτέχνες που, παρόλο που κάποια στιγμή στην πορεία τους αγαπήσαμε, δεν κατόρθωσαν να σταθούν στο ύψος αυτής της αγάπης την χρονιά που πέρασε: ανάμεσά τους oι Vampire Weekends, οι Arcade fire, ο Julian Cope, οι Daft Punk, ο Kurt Vile και άλλοι πολλοί. Ακούστε όμως πρώτα τους νέους δίσκους, απολαύστε τους υπεύθυνα, συμπεριλάβετέ τους στη λίστα δώρων σας για τις γιορτές και δωρίστε τους με αγάπη.

1. Τhe Νational - Τrouble will find me

Ακόμα καλύτερος από τον τελευταίο τους High Violet, στο ίδιο ύφος, στην ίδια σιωπηλή απόγνωση, με τους ίδιους ακριβώς δαίμονες να αντιμετωπίσουν. Εξαιρετικό το εναρκτήριο "I should live in salt" μιλά για την αποξένωση μέσα από την οικειότητα. Με ιμπρεσσιονιστική διάθεση ξεκινούν να περιγράφουν έναν ολόκληρο συναισθηματικό κόσμο με όλες τις αποχρώσεις γύρω από το μοτίβο που πραγματεύονται. Το συναίσθημα που επιλέγουν μπορεί να μοιάζει απλό και σύνθετο την ίδια στιγμή, όπως το "Can you turn the TV down? You should know me better than that" το οποίο στην πορεία του τραγουδιού δεν εξελίσσεται αλλά κορυφώνεται στο "Ι should live in salt for living you behind". Αναζωογονητικό και τρυφερό την ίδια στιγμή, το Τrouble will find me δίνει την αίσθηση ότι οι Τhe Νational γίνονται όλο και καλύτεροι στο να συνδυάζουν την οικονομία του ηχητικού υλικού με το συναίσθημα, να κάνουν build up γύρω από αυτό και να καταλήγουν να το αποθεώνουν, είτε πρόκειται για τον έρωτα, είτε για την ανασφάλεια, είτε για τον χαμένο χρόνο που πέρασε μάταια περιμένοντας την αναβίωση μιας παλιάς, γνώριμης φλόγας. Τα επόμενα τραγούδια του αλμπουμ έρχονται να επιβεβαιώσουν αυτή τη φόρμα, όπως τα "Sea of love" , "Ι need my girl" και "Ηumiliation" που ξεχωρίζουν. 

2. Deerhunter - Monomania

Από την 4
AD ορμώμενοι, με την εκκεντρικότητα και τις προσεγμένες παραγωγές που μας προσφέρει πάντα αυτή η εταιρία, οι Deerhunter κυκλοφόρησαν τον έκτο δίσκο τους.  Έχουν αυτο-χαρακτηριστεί ambient punk και τελευταία, κατά το δελτίο τύπου της νέας κυκλοφορίας τους, nocturnal garage, ό,τι και να σημαίνει αυτό. Κατά τη γνώμη μου το shoegaze, το noise rock σε συνδυασμό με post punk θα ταίριαζε καλύτερα ως χαρακτηρισμός για ένα σχήμα με τόσο ιδιαίτερο ήχο. Με αντικαταστάσεις μελών και πολλές περιπέτειες, εν μέσω αποχωρήσεων, κατάφεραν να δημιουργήσουν ένα μουσικό χαλί που ακούγεται ευχαριστά στην πρώτη ακρόαση και ξεδιπλώνει τις δυνατότητές του όσες φορές ακούγεται. Αν και η μουσική μοιάζει να ταξιδεύει από το ένα είδος στο άλλο, οι στίχοι μοιάζουν να έχουν συνέχεια και να αναφέρονται στο ίδιο θέμα από διαφορετική οπτική. Τα "Τ.Η.Μ", "Dream Captain" και "Βlue Agent" θα ικανοποιήσουν αισθητικά και τον πιο αμύητο ακροατή 


3. Long walk - Tango with Lions

O δεύτερος δίσκος των Tango with Lions κυκλοφόρησε στις αρχές της άνοιξης από τη δισκογραφική Ιnner Εar. Μετά τον πρώτο δίσκο Verba Time η σύνθεση άλλαξε, δίνοντας στο σχήμα μία πιο δεμένη αίσθηση στην παραγωγή και στις ζωντανές εμφανίσεις. Μπορεί τα ενδιαφέροντα ηχοχρώματα του πρώτου δίσκου να μην υπάρχουν στο A long walk αλλά το αποτέλεσμα δικαιώνει τις επιλογές της Κατ. Το αίσθημα που αφήνει είναι ταξιδιάρικο, φέρνει στο νου μοναχικούς δρόμους σε ένα ψυχαναλυτικό road trip. Βασικά στοιχεία είναι η νοσταλγία, το ανεκπλήρωτο και το πένθος. Από τα κομμάτια που ξεχωρίζουν είναι το "Οbituary" και το "Νews", για διαφορετικούς το καθένα λόγους: τo "Νews" είναι το κομμάτι που σηματοδότησε την αλλαγή ύφους και σύνθεσης του σχήματος και το "Οbituary" είναι το κομμάτι που περιγράφει καλύτερα τον τρόπο αντιμετώπισης του συναισθήματος μέσα από τη μουσική δημιουργία των Tango with Lions, απλά, έντονα και φαταλιστικά. Από τα θετικά σημεία του δεύτερου δίσκου τους είναι το ότι δεν φοβήθηκαν να αλλάξουν βασικά στοιχεία σε ύφος και δομή. To αποτέλεσμα είναι μία απολαυστική βόλτα στον κήπο του folk

4. Nick Cave and the Bad Seeds - Push the Sky Away

Όταν ο
Nick Cave γράφει καινούργιο δίσκο είναι εκ των προτέρων σίγουρο ότι θα συμπεριληφθεί στα καλύτερα πολλών ακροατών. Είναι ένας λυρικός και ιδιαίτερος καλλιτέχνης που έχει καταφέρει να γίνει αγαπητός στο ευρύ κοινό με τους προηγούμενους δίσκους του.  Ακόμα κι αν το Push the Sky Away δεν είναι ό,τι καλύτερο έχει δημιουργήσει, ακούγεται με την αγάπη και την τρυφερότητα που μιλάμε σε έναν άνθρωπο ο οποίος δεν είναι πια στη ζωή μας και τον οποίο στην πραγματικότητα δεν τον ξέρουμε πλέον τόσο καλά, αλλά η οικειότητα του παρελθόντος παραμένει το σημείο αναφοράς. Παλιός αγαπημένος του ελληνικού κοινού, λοιπόν, ο Nick Cave, θα παραμείνει τέτοιος, έχοντας επάξια κερδίσει τη θέση του. Επικός και λυρικός την ίδια στιγμή, οι στίχοι μπορούν να σταθούν σαν αυτόνομα ποιήματα που μιλούν με εικόνες και ιστορίες, όπως μας έχει συνηθίσει. Έχει ωριμάσει με έναν τρόπο που μαθαίνουμε να αγαπάμε. Η επιρροή του, επίσης συμμετέχοντα, Warren Ellis είναι αισθητή, όπως και του ιδρυτικού μέλους Barry Adamson. Aπών, για πρώτη φορά είναι ο Μick Harvey. Κεντρικά θέματα του δίσκου είναι η αγάπη και η θρησκεία, ό,τι και να σημαίνουν οι δυο πυκνές αυτές έννοιες. Ξεχωρίζουν το ονειρικό "Mermaids", το σκοτεινό "Higgs Boson Blues" και το λυρικό "Wide Lovely Eyes".


5. The Dive - Zo'e

Άλλος ένας δίσκος από τη
Spinalonga Records που ακούγεται ολόκληρος, ενώ σχοινοβατεί πάνω από την πολυρρυθμία και την ψυχεδέλεια με έναν ενδιαφέροντα και μεστό τρόπο. Τα κομμάτια αφηγούνται μια ιστορία μέσα από τον θόρυβο και είναι στην κρίση του ακροατή να την διακρίνει, να την αφηγηθεί και να επιλέξει το νόημα και το τέλος της. Πρόκειται για τον δεύτερο δίσκο τους και είναι χαρακτηριστικός, ιδιότροπος και δηλωτικά διαφορετικός του πρώτου δίσκου. Σύντομος στο σύνολο του, έχει μικρής διάρκειας κομμάτια αλλά και μια διάχυτη - αν και υποχθόνια – pop τοποθέτηση, την οποία δεν έχουμε συνηθίσει από τους Dive. Το Zo'e, ονομασμένο σε αναφορά στην ομώνυμη φυλή του Αμαζονίου, είναι ταυτόχρονα συναισθηματικά φορτισμένο και συνθετικά δόκιμο – ενώ επιθυμεί να οδηγηθεί σε μία άγνωστη κατεύθυνση και να μετεξελιχθεί σε κάτι σκληρό, εύπεπτο και σκοτεινό, ποιητικά και πολιτικά. Το αν ολοκληρώνει αυτή την πρόταση του για μια εξελικτική πορεία, εξαρτάται απο τον ακροατή. Το σίγουρο, όμως, είναι ότι θα τον ταξιδέψει στα ιδιόρρυθμα μονοπάτια του. Ξεκινά με το θορυβώδες "Papi Josef" που λειτουργεί σα δήλωση, η οποία όμως αναιρείται στην πορεία του δίσκου. Το "Hollow Water" και τα "Ζο'e Ι -ΙΙΙΙΙ" έρχονται να σηματοδοτήσουν αυτή την αυτό αναίρεση.

6. Foxygen - We Are the 21st Century Ambassadors of Peace and Magic

Εξαιρετικά ενδιαφέρον ψυχεδελικό κολλάζ με έντονες αναφορές στο παρελθόν, με ενδιαφέρουσες αρμονικές διαδοχές και ιδιαίτερη παραγωγή. Ακούγεται ολόκληρο, και διαθέτει σωστή ισορροπία ανάμεσα στη σκληρότητα και στο συναίσθημα, όπως και ανάμεσα στα παλιά ακούσματα και την καινοτομία. Πρόκειται για έναν συνδυασμό διαφόρων μουσικών ειδός οι οποίοι συνθέτουν μία ενδιαφέρουσα παλέτα προς πολλαπλή ακρόαση.
Οι Sam France και Jonathan Rado δεν είναι μια καινούρια μπάντα. Παίζουν πολλά χρόνια μαζί, έχουν ξεκαθαρίσει τις μουσικές τους επιλογές, κατά πάσα πιθανότητα έχουν σμιλευτεί μαζί από τα ακούσματά τους. Ο μουσικός μανιερισμός τους δεν ενοχλεί, αντίθετα μοιάζει να έρχεται αυθόρμητα και αβίαστα, σα να μην πρόκειται για αναβίωση ύφους. Εξαιρετικά το "Blue Mountain" και το φασαριόζικο ομώνυμο κομμάτι "We Are the 21st Century Ambassadors of Peace and Magic" που θυμίζει, μεταξύ άλλων, και τον Elvis "Βασιλιά" Presley.



7. Jason Isbel - Southeastern

Το
Southeastern είναι ένας βαθιά προσωπικός δίσκος. Πρεσβεύει το γνήσιο folk, διαθέτει αυθεντικό μουσικό ύφος, με απλότητα και τιμιότητα. Μετά από τη μεγάλη περιπέτειά του στον δρόμο του αλκόολ και του εθισμού και τη ρήξη με το συγκρότημά του Drive-by Truckers , τα πράγματα δεν φαίνονταν να πηγαίνουν καλά για τον Jason Isbel. Αλλά "Τhose were different days" όπως λέει στο ομώνυμο τραγούδι του στον τρίτο κατα σειρά δίσκο του. Ενώ οι δύο προηγούμενοι προσωπικοί του δίσκοι χαρακτηρίζονται απ΄την αναζήτηση, προσωπική και μουσική, το Southeastern είναι το καθαρό απόσταγμα της συναισθηματικής και μουσικής εμπειρίας. Ο ήχος είναι καθαρός, μυρίζει Alabama και βελανιδιά, όπως και το υπέροχο "Live oak" με την a capella εισαγωγή – ωδή στις τύψεις. Επανέρχεται στο μοτίβο της προσωπικής του αλλαγής και των πραγμάτων που έχασε βρίσκοντας τον εαυτό του, στις ενοχές και στις πολλαπλές ταυτότητες που όλοι υιοθετούμε για να επιβιώσουμε. Ακούγεται "Relatively Easy" (άλλο ένα κομμάτι του δίσκου), όπως ακούγεται όλη η ωραία και βαθειά μουσική.


8. Sigur Ros – Kveikur

Το Kveikur είναι ο έβδομος δίσκος των Sigur Ros. Ο προηγούμενος δίσκος τους Valtari μας άφησε μία αίσθηση αδιεξόδου ως προς την πορεία του συγκροτήματος. Παγιδευμένοι μέσα στο δικό τους υλικό, η συνέχεια έμοιαζε δύσβατη. Ακολούθησε μία ανακατάταξη στα μέλη, ο Kjartan Sveinsson αποχώρησε, η εταιρεία άλλαξε και, ενώ τα πράγματα έμοιζαν να έχουν φτάσει σε τέλμα, επανήλθαν εντυπωσιακά γρήγορα με ανανεωμένα μοτίβα, με καινούριες εικόνες και όρεξη για νέα πορεία. Το συγκρότημα κέρδισε το παιχνίδι στο δικό του έδαφος, διαψεύδοντας όλες τις προβλέψεις και μάλιστα χωρίς να χρειαστεί να μολύνει τον μαγικό του κόσμο με συμβατικότητα. Το αποτέλεσμα είναι εκρηκτικό, επικό, βαθύ και παγωμένο. Βασίζεται στο ρυθμό και στη σφικτή συνοχή του διδύμου μπάσο- τύμπανα, ενώ αφήνει μια shoegaze εντύπωση με βαγκνερικές αρμονίες. Μετά από το εύπεπτο ambient του προηγούμενου δίσκου Valtari, το Κveikur μοιάζει με ένα σκοτεινό βαθύ ηφαίστειο έτοιμο να εκραγεί και να μας πάρει μαζί του, να μας ενσωματώσει στον σαρωτικό κόσμο του. Χαρακτηριστικό αυτού του ύφους είναι το δεύτερο κομμάτι "Hrafnitinna", το "Ιsjaki" και το εξαιρετικό "Brennisteinn". 
 


9. Neko Case - The Worse Things Get, The Harder I Fight, The Harder I Fight, The More I Love You

Ο καινούργιος δίσκος της Neko Case σε κερδίζει από την πρώτη συγχορδία. H
φωνή της είναι καθαρή και κρυστάλλινη ενώ χαρακτηρίζεται από τα αντιστικτικά φωνητικά και την έντονα πειραματική διάθεση. Η ιδιαίτερη αυτή τραγουδοποιός δεν μας αφήνει ποτέ να βαρεθούμε. Ξεκίνησε ως drummer σε punk συγκροτήματα της σκηνής του Vancouver, μέχρι που, ευτυχώς, ξεκίνησε να τραγουδάει. Οι πρώτοι δίσκοι της ως Neko Case & Her Boyfriends είναι ένα πειραματικό country συνοθύλευμα. Το πιο ενδιαφέρον κομμάτι της μουσικής βιογραφίας της άρχισε όταν ανεξαρτητοποιήθηκε και έγραψε το δικό της υλικό, το οποίο μπορεί να χαρακτηριστεί απλά παράξενο. Ενώ φλερτάρει με το pop, δε χαρίζει εύκολα στον ακροατή την ήρεμη κανονικότητά του είδους αυτού. Πίσω από κάθε συγχορδία κρύβεται ένα μυστικό, μετά από κάθε συνηθισμένη μελωδία καραδοκεί ένα εντελώς νέο υλικό, που δεν το περιμένεις και σε ξαφνιάζει ευχάριστα και λυτρωτικά. Ο ακροατής χαίρεται τον αντισυμβατικό της χείμαρρο και τους σουρρεαλιστικούς της συνειρμούς, ενώ οι στίχοι ακολουθούν στο ίδιο ύφος χωρίς να γίνονται προσποιητοί. Κύρια θέματα ο θρήνος, η ζωή, η ελευθερία, η γυναίκα. Είναι δύσκολο να επιλέξει κανείς τα καλύτερα του δίσκου, κάθε ακροατής θα επιλέξει αυτά που θα του κινήσουν την προσοχή για διαφορετικούς λόγους. Προσωπικά, με συγκίνησε το "Local Girl" ενώ το "Nearly Midnight, Honolulu" με άφησε άφωνη και ευτυχή που άκουσα τη νέα της δουλειά.


Καλή ακρόαση!

Τέχνη και καλλιτέχνες

                                                   

   (δημοσιεύτηκε στο thefrog.gr στις 5.3.2014)




Μέσα στη δίνη και την εθνική κατάθλιψη της παγκόσμιας κρίσης πολλά είναι τα στοιχεία της ζωής μας που αλλάζουν. Ο καθένας από τη σκοπιά του και την εξειδίκευσή του μπορεί να συνειδητοποιήσει αλλαγές που συντελούνται και δε θα επανέλθουν, ή δε θα γίνουν ποτέ, όπως ήταν και όπως θα ήθελε να είναι. Από τη μεριά μου, ως μουσικός, και καθώς περνάω τον τελευταίο καιρό για μια ακόμα φορά από τη διαδικασία της μελέτης στο πιάνο και τη σύνθεση, διαπιστώνω με μεγάλη μου λύπη κακώς κείμενα που δεν πρόλαβαν ποτέ να διορθωθούν στην Ελλάδα σε σχέση με την τέχνη, τους καλλιτέχνες και την καλλιτεχνική εκπαίδευση.
Στην Ελλάδα ο καλλιτέχνης είναι μια εξωτική και γραφική φιγούρα. Δεν έχει «κανονική» δουλειά γιατί δεν χρειάζεται χρήματα. Η κανιβαλική μας κοινωνική δομή τον αντιμετωπίζει σαν τον τρελό του χωριού που επιθυμεί να καλοπεράσει παρασιτικά χωρίς να προσφέρει κάτι απτό. Τί προσφέρει ένα ποίημα, μία θεατρική παράσταση, τί χρησιμεύει αν χορεύεις όμορφα ή συνθέτεις ένα μουσικό έργο; Δεν είσαι μισθωτός ούτε παράγεις κάτι λειτουργικό που μπορεί να καταναλωθεί απ’όλους, δεν παρέχεις υπηρεσίες, άρα δεν έχεις μερίδιο στην οικονομική δοσοληψία των τάξεων. Συμβάλλεις, βέβαια, στην άνθιση της βιομηχανίας της εμπορικής μορφής της τέχνης και της νυχτερινής ζωής, αλλά το κάνεις ευχάριστα, αφιλοκερδώς, γιατί είσαι ψώνιο, χρειάζεσαι την έκθεση και την προβολή. Όταν σου κάνουν την τιμή να σου προσφέρουν αυτήν την προβολή, τότε τρέφεσαι με χειροκρότημα, δεν έχεις καμία άλλη ανάγκη. Τους λογαριασμούς σου μπορείς να τους πληρώνεις από την πρωινή σου δουλειά, αυτή που κάνεις ως χρήσιμο μέλος της κοινωνίας όταν δεν ασχολείσαι με το χόμπυ σου, την τέχνη.

get a job


Η άγνοια κάνει τους περισσότερους ανθρώπους να πιστεύουν ότι ο καλλιτέχνης δεν εργάζεται, τεμπελιάζει, δημιουργεί κάποιο έργο ή κάνει κάποια πρόβα-παράσταση αραιά και που και διάγει μία ζωή μέσα στη νύχτα, με ήθη «ελεύθερα», την ώρα που οι υπόλοιποι κοιμούνται για να πάνε στην «κανονική» δουλειά τους. Ο μουσικός είναι εκείνη η ψωνάρα από την οποία απαιτούμε να γεμίζει ένα μαγαζί από φίλους και θαυμαστές του και στον οποίο, για την ευκαιρία που του δώσαμε να παρουσιάσει τη δουλειά του, δεν χρειάζεται να τον πληρώσουμε αλλά του κερνάμε τα δύο πρώτα ποτά που θα πιει. Ο εικαστικός και ο φωτογράφος είναι οι ψωνάρες που, αν βρουν χώρο, θα πληρώσουν τα έξοδα του στησίματος της έκθεσής τους και θα πάρουν ένα ποσοστό από 40 μέχρι 20 τοις εκατό από τις πωλήσεις των έργων τους. Για performances και installations ούτε λόγος, δεν αγοράζονται ούτε καν ως επένδυση καθώς δεν μπορούν να διακοσμήσουν το σαλόνι. Ο ποιητής και ο συγγραφέας είναι οι ψωνάρες που κάθονται on their ass (για να μην κάνω την ανάρμοστη ακριβή μετάφραση) και στοχάζονται (μα, τώρα, είναι δουλειά αυτό;). Ο σκηνοθέτης είναι ο τύπος ψώνιου που, στις περισσότερες περιπτώσεις, δεν έχει καν έργο να επιδείξει γιατί οι οικονομικές απαιτήσεις της τέχνης του (φιλμ, κάμερες, λογισμικά, ώρες μοντάζ, πληρωμή ηθοποιών, διανομή) είναι απαγορευτικές για κάποιον που δε διαθέτει χρηματοδότηση. Η ψωνάρα ηθοποιός σημαίνει φως και δε χρειάζεται να πληρώνει τους λογαριασμούς της ΔΕΗ. Το ίδιο ισχύει με την ΕΥΔΑΠ και την ψωνάρα χορευτή, ο οποίος δεν έχει υποχρεώσεις στην λίμνη των κύκνων όπου κατοικεί.
Σίγουρα ο καλλιτέχνης υπόκειται, ανάλογα με την μουσική περίοδο και το είδος, σε κάποιο στερεότυπο. Για παράδειγμα στο Μπαρόκ, ο καλλιτέχνης είναι ο έντιμος εργάτης, συνήθως υπάλληλος της εκκλησίας και αργότερα της Αυλής. Στον Ρομαντισμό είναι ο φιλάσθενος και ευαίσθητος κοινωνός της Έμπνευσης, κλεισμένος στον tour d’ ivoire του, που ζει από τις παραγγελίες των συζύγων των πλούσιων ερωμένων του. Στον μοντερνισμό είναι ο παρορμητικός ιδεαλιστής, επιρρεπής στις καταχρήσεις και στον πειραματισμό. Στα popular είδη του 20ου αιώνα ο καλλιτέχνης παίρνει ναρκωτικά, έχει groupies και αποθεώνεται από τα πλήθη. Κανείς, όμως, μέσα σε αυτά τα στερεότυπα, δεν έχει υπόψη του τις άπειρες ώρες μελέτης, συχνά από την παιδική ηλικία, τα ακριβά δίδακτρα που δίνει σε αδιαβάθμιτες σχολές, τις πρόβες που αναγκάζεται να πληρώνει, τα υλικά, τα μουσικά όργανα και λοιπά τεχνολογικά εργαλεία της δουλειάς του και την ακούραστη προσπάθεια για την τελειότητα, όπως ο κάθε καλλιτέχνης και η κάθε εποχή την αντιλαμβάνονται.

thin hand


Εντωμεταξύ με την ύφεση σε όλους τους χώρους,  η τέχνη θεωρείται πολυτέλεια. Εκδοτικοί οίκοι, δισκογραφικές, πολυχώροι, θέατρα και γκαλερύ: σήμερα ο καλλιτέχνης είναι τυχερός αν δεν χρειαστεί να πληρώσει μόνος του το έργο του. Η έκδοση του βιβλίου του κοστίζει από 2000 μέχρι 5000 ευρώ, ανάλογα τον εκδοτικό οίκο. Η παραγωγή του δίσκου του δεν έχει ανώτατο όριο κόστους καθώς εξαρτάται από το στούντιο και τις εταιρίες κοπής. Το ποσό της ενοικίασης ενός χώρου για παράσταση αναλογεί στο κύρος του χώρου και στη μέρα που θα επιλεγεί γι’ αυτήν. Το κόστος της προετοιμασίας των εικαστικών έργων στις γκαλερύ εξαρτάται από τη τέχνη, πιο φθηνή η ζωγραφική που γεννιέται πάνω στο υλικό της, πιο ακριβή η φωτογραφία που πρέπει να αποτυπωθεί και, τέλος, ακόμα πιο ακριβό σε υλικά και εργατοώρες το στήσιμο μιας installation. Αν υπάρχουν δε και τεχνολογικά μέσα, δεν σου παρέχονται από κανέναν και εκεί θα πρέπει να κόψεις τον καλλιτεχνικό σου λαιμό να τα βρεις. Κι ενώ η συγκυρία των πρόσφατων υπέρογκων προστίμων του ΙΚΑ για την ανασφάλιστη εργασία φαινόταν ότι μπορούσε να προσφέρει σε κάποιες ομάδες καλλιτεχνών τα πολυπόθητα ένσημά τους, τα πράγματα έγιναν ακόμα χειρότερα: δε φαίνεται να υπάρχει νομική λύση για ένα μαγαζί που απασχολεί καλλιτέχνες με ημερήσια σύμβαση. Έτσι ακόμα και η ευκαιρία να βρει ο καλλιτέχνης το βήμα να παρουσιάσει τη δουλειά του, έστω και χωρίς πληρωμή, γίνεται όλο και πιο σπάνια.
Πολυτέλεια θεωρείται επίσης η καλλιτεχνική εκπαίδευση των παιδιών. Ανάμεσα στις πισίνες και το τζούντο, τις ξένες γλώσσες και τα φροντιστηριακά μαθήματα, η μουσική, το θέατρο, το σινεμά και η δημιουργική γραφή αποτελούν πια μη επιθυμητά μαθήματα, γιατί δεν αποφέρουν άμεσο μαθησιακό αποτέλεσμα κατά την άποψη του πανταχού πληρώντος γονέα. Πρόκειται, έτσι κι αλλιώς, για ένα μάθημα που το παιδί θα αναγκαστεί να διακόψει όταν περάσει στο λύκειο και κύριος στόχος του θα είναι να μάθει απ’έξω ολόκληρα βιβλία και αποδείξεις θεωρημάτων. Και όλα αυτά ξεκινούν, κατά τη γνώμη μου, από την απαξίωση της καλλιτεχνικής κουλτούρας στην ίδια την εκπαίδευση.
Οτιδήποτε δε βοηθάει τα παιδιά να γίνουν γιατροί, δικηγόροι, μηχανικοί, πολιτικοί επιστήμονες ή δεν οδηγεί σε μια δουλειά που να μπορεί να απορροφηθεί από το δημόσιο ή κάποιου άλλου είδους μονιμότητας, απορρίπτεται ως χάσιμο χρόνου.
Φέτος, μάλιστα, η τέχνη σχεδόν εξορίστηκε από τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, αφήνοντας εκατοντάδες εκπαιδευτικούς μετέωρους ανάμεσα στη διαθεσιμότητα και την μετάταξη στην πρωτοβάθμια. Εκεί πάλι, ο χορός, η μουσική, το θεατρικό παιχνίδι και τα εικαστικά, που διδάσκονταν από αρμόδιους με χρήματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα ολοήμερα σχολεία, αντικαταστάθηκαν σε μεγάλο βαθμό από τις γνώσεις του κάθε δασκάλου στους παραδοσιακούς χορούς, στα παιδικά τραγούδια, στα σχολικά σκετς εθνικών εορτών και στην ελεύθερη ώρα ζωγραφικής, αντίστοιχα.
Σε σχέση με τη μουσική, την οποία τυχαίνει να γνωρίζω κάπως καλύτερα, τα πράγματα είναι τουλάχιστον τραγικά. Ο μαθητευόμενος μουσικός φοιτά για χρόνια σε ένα σύστημα που του προσφέρει ένα πτυχίο ή ένα δίπλωμα που δεν αντιπροσωπεύει τίποτα. Είναι αδιαβάθμιτο, δεν καταλήγει σε τίτλο πανεπιστημιακή εκπαίδευσης, παρόλο που διαρκεί 15 με 16 χρόνια, τουλάχιστον για το «κλασικό» πιάνο που είναι και το πιο δημοφιλές. Όσο προχωράνε τα χρόνια, τα τελευταία 7 από τα 15 δηλαδή, τα μηνιαία δίδακτρα φτάνουν μέχρι και τα 200 ευρώ ανάλογα το ωδείο. Τα πράγματα στη «μοντέρνα» μουσική είναι χειρότερα. Μοντέρνα μουσική στην Ελλάδα εννοούμε από το 1890 μέχρι το 1960, μετά υπάρχει τρύπα στον χωροχρόνο. Κάποια ωδεία έχουν καταρτήσει μόνα τους «μοντέρνα» τμήματα, τα οποία αποκτούν κύρος μόνο από στόμα σε στόμα, καθώς η εφημερίδα της κυβερνήσεως που ορίζει τα της μουσικής είναι από το 1957, δεν προβλέπει πτυχία «μοντέρνων» οργάνων και είναι φοβερά παρωχημένη ακόμα και για την εποχή της. Η μόνη λύση για κάποιον μουσικό που επιθυμεί πανεπιστημιακή εκπαίδευση για τον εαυτό του είναι η μουσικολογία, η οποία όμως είναι μία διαφορετικού είδους γνώση, είναι θεωρητική επιστήμη και όχι τέχνη. Ακόμα, όμως, και για τις εξετάσεις της μουσικολογίας στο σχολικό σύστημα πανελληνίων απαιτούνται ειδικά μαθήματα που δε διδάσκονται στα γενικά σχολεία, διαιωνίζοντας έτσι τη σχέση της δημόσιας εκπαίδευσης με την ιδιωτική.

picasso guitar


Όταν το ίδιο το εκπαιδευτικό σύστημα απαξιώνει την τέχνη μαθαίνουμε να την θεωρούμε κι εμείς μια ευχάριστη αλλά περιττή δραστηριότητα. Μαθαίνουμε να βλέπουμε τους καλλιτέχνες ως κοινωνούς αυτού του περιττού, άρα άχρηστους όταν η πραγματικότητα μας απορροφά. Το θέμα βέβαια δεν είναι μόνο ελληνικό. Αρκεί κανείς να κοιταξει την ποσόστωση στις υποτροφίες παγκοσμίως για να δει ότι η γενιά που έρχεται θα δώσει έμφαση στο υλικό και τεχνολογικό παραγώμενο και όχι στη θεωρία, τη φιλοσοφία ή την τέχνη. Δεκάδες πανεπιστημιακά ιδρύματα είναι χαρούμενα να δώσουν τα χρήματά τους σε αριστούχους πρωτοετείς, διδακτορικούς φοιτητές και ερευνητές αλλά όχι βέβαια θεατρολόγους, θεωρητικούς της τέχνης, εικαστικούς ή μουσικολόγους. Ελάχιστες συγκριτικά είναι και οι επιδοτήσεις έργων και οι διεθνείς διαγωνισμοί καλλιτεχνών.
Βρισκόμαστε, λοιπόν, σε μία κατάσταση όπου ο καλλιτέχνης δεν είναι σε θέση να επιβιώσει από την τέχνη του. Πολλά ενδιαφέροντα μουσικά μυαλά παγκοσμίως αναγκάστηκαν να εργαστούν σε εργοστάσια τέχνης ανάξια των δυνατοτήτων τους (από Πάολα μέχρι Miley Cyrus) για να μπορέσουν να ζήσουν οικογένειες, παιδιά και τους εαυτούς τους με αξιοπρέπεια, ενώ θα μπορούσαν να γίνουν δημιουργικοί υποστηρίζοντας κάποιο δικό τους εγχείρημα. Ακόμα περισσότεροι καλλιτέχνες στράφηκαν προς την εκπαίδευση, σχολική και ωδειακή, ενώ στην πραγματικότητα η δουλειά του δασκάλου είναι μία διαφορετική δουλειά για την οποία πρέπει να έχει κανείς ξεχωριστό ταλέντο που να πηγάζει από την ανάγκη μετάδοσης της τέχνης σε άλλους και όχι από την προσωπική ανάγκη επιβίωσης. Σκηνοθέτες και ηθοποιοί κατέληξαν να εργάζονται για κάποια διαφημιστική εταιρία ή την κακή πλευρά της τηλεόρασης (ακόμα ψάχνω την καλή της πλευρά), ποιητές και συγγραφείς καταπιάστηκαν με τη μετάφραση, από έργα άλλων μέχρι σχολικά βοηθήματα, εικαστικοί μαράθηκαν σε φροντιστήρια σχεδίου. Και βέβαια έχει γεμίσει η νύχτα από φοιτητές της σχολής Καλών Τεχνών, ηθοποιούς, μουσικούς και χορευτές, ευτυχώς διαθέτουμε επικοινωνιακό πνέυμα και γινόμαστε καλοί σερβιτόροι και σερβιτόρες, μπουφετζήδες και djs.
Δε θα προσποιηθώ εδώ ότι γνωρίζω ποιά θα μπορούσε να είναι η λύση. Ίσως η συσπείρωση των καλλιτεχνών, ίσως οι ομάδες με μορφή κολλεκτίβας. Ούτε θα κάνω το λάθος να νοσταλγώ εποχές επιδότησης από το κράτος, τη στιγμή που αυτή η πρακτική φαίνεται να σβήνει παγκοσμίως ακόμα και για την εκπαίδευση ή την υγεία. Το σίγουρο είναι, και αυτονόητο για όποιον έχει μελετήσει την ιστορία της μουσικής ή της τέχνης, πως η λύση που θα επιλέξει σήμερα η τέχνη για να βγει από την κρίση της, θα είναι αυτή που θα μιμηθεί αργότερα η κοινωνία για να βγει από τη δική της οικονομική και αξιακή κρίση.